Έπειτα, για πρώτη φορά στη ζωή του, ένιωσε την αγνή, στιλπνή ζεστασιά μιας γυναίκας να τον περιβάλλει. Αισθάνθηκε τη Μαριγούλα να τον τραβάει μέσα της, χωρίς να τους χωρίζει τίποτε. Έκλεισε τα μάτια του για να απολαύσει τη στιγμή. Η Μαριγούλα ήταν ο παράδεισός του. Το ρίγος της τον έκανε να καταλάβει ότι κι εκείνη ήταν συνεπαρμένη. Καθώς η Μαριγούλα ισορρόπησε πάνω του, ο Θρασύβουλος της ξεκούμπωσε την μπλούζα, την έσπρωξε πίσω στους ώμους της και κοίταξε τα απαλά στήθη της που πρόβαλλαν από το σουτιέν της. Τα χάιδεψε και τα έκλεισε στις παλάμες του. "Γαμώτο, σαν λεμονάκια Αργεντινής είναι", σκέφτηκε, "εγώ έχω μεγαλύτερα". Την παράτησε κι άρχισε να χουφτώνει τα δικά του.student έγραψε: 08 Σεπ 2023, 20:57 "Έπειτα, για πρώτη φορά στη ζωή του, ένιωσε την αγνή, στιλπνή ζεστασιά μιας γυναίκας να τον περιβάλλει. Αισθάνθηκε τη Μαριγούλα να τον τραβάει μέσα της, χωρίς να τους χωρίζει τίποτε. Έκλεισε τα μάτια του για να απολαύσει τη στιγμή. Η Μαριγούλα ήταν ο παράδεισός του. Το ρίγος της τον έκανε να καταλάβει ότι κι εκείνη ήταν συνεπαρμένη. Καθώς η Μαριγούλα ισορρόπησε πάνω του, ο Θρασύβουλος της ξεκούμπωσε την μπλούζα, την έσπρωξε πίσω στους ώμους της και κοίταξε τα απαλά στήθη της που πρόβαλλαν από το σουτιέν της. Τα χάιδεψε και τα έκλεισε στις παλάμες του.
Η Μαριγούλα τον τράβηξε μέσα της ως εκεί που δεν πήγαινε άλλο, κι εκείνος την άρπαξε από τους γοφούς, την ανασήκωσε κι έσπρωξε προς τα πάνω, ανασαίνοντας κοφτά. Ο Ντορής χλιμίντρισε σιγανά, αλλά ο Θρασύβουλος ήταν πολύ μακριά για να σκεφτεί το άλογο. Η Μαριγούλα τύλιξε τα μπράτσα της γύρω από τον λαιμό του σαν να κρατιόταν από την ίδια τη ζωή. Τότε ο Θρασύβουλος ένιωσε την κορύφωσή της να πλησιάζει. Το στομάχι της ρίγησε, η σάρκα της σφίχτηκε γύρω του και μια στιγμή αργότερα την ακολούθησε κι εκείνος..."
Άξιος, άξιος! "
Η Μαριγούλα τον τράβηξε μέσα της ως εκεί που δεν πήγαινε άλλο, κι εκείνος την άρπαξε από τους γοφούς, την ανασήκωσε κι έσπρωξε προς τα πάνω, ανασαίνοντας κοφτά. Ο Ντορής χλιμίντρισε σιγανά "αν ήμουν εγώ θα πήγαινε κι άλλο", αλλά ο Θρασύβουλος ήταν πολύ μακριά για να σκεφτεί το άλογο. Η Μαριγούλα τύλιξε τα μπράτσα της γύρω από τον λαιμό του σαν να κρατιόταν από την ίδια τη ζωή. Τότε ο Θρασύβουλος ένιωσε την κορύφωσή της να πλησιάζει. Το στομάχι της ρίγησε, η σάρκα της σφίχτηκε γύρω του και μια στιγμή αργότερα την ακολούθησε κι εκείνος...
