Πάλι δίνεις παράσταση ;

=================================================================
Ο Νικήτας, γεννημένος στη Λάρισα, δεν παραλείπει ποτέ στις επιστολές του να υπενθυμίζει την καταγωγή του που τη θέλει σπαρτιατική εκ πατρός και αθηναϊκή εκ μητρός. Όλη η αρχαιοελληνική μυθολογία επιστρατεύεται προς δόξαν και τιμή της καταγωγής του και υμνείται μια Ελλάδα που η μερίδα του Πορφυρογέννητου προσπαθεί να γελοιοποιήσει. Σε αντίθεση με τις συμπλεγματικές αναφορές για εκβαρβάρωση, από τις οποίες βρίθουν οι επιστολές του Πορφυρογέννητου, στις επιστολές του ο Μάγιστρος είναι εμφατικά υπερήφανος ως Ελλαδικός (λέξη που βεβαίως δεν χρησιμοποιεί), σε σημείο μάλιστα υπερβολικό, όταν αναφέρει ότι γράφει σύντομες, λακωνικές επιστολές, επειδή είναι Λάκων και Τυνδαρεώνης.
«Και ημείς, ω φιλοτης, Σπαρτιαται μεν προς πατρός Αθηναίοι δε προς μητρός γεγονοτες», Westennk, ο π , 2 10-11 σ 57 «Ταϋτα παΰρα μεν, επει και Λακων ό γεγραφως, ουκ οίδα δε ει και λι γεως ούδε γαρ αύτος ο Τυνδαρεωνης εγωγε ποσις, καν ου πολυμυθος Έρρωσο», ο π , 4 11-13 σ 63 Για το λακωνιζειν στην επιστολογραφία και την αντίστοιχη με αυτήν του Νικήτα χρησιμοποίηση της σπαρτιάτικης καταγωγής απο τον Μανουηλ Ραουλ, Η Hunger, Βυζαντινή Λογοτεχνία, μτφ ΜΙΕΤ, τ Ι, Αθήνα 1987, σ 330-331
Ο Νικήτας προτιμά τις αρχαιοελληνικές αναφορές, τις μωρίες σύμφωνα με τους αντιπάλους του. Σε επιστολή του π.χ. στο συμπατριώτη του αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης η σύγκρουση αυτού ως Θετταλού με την Ασία των εχθρών του και τους «φαλμεραϋερικους» αντιπάλους του περιγράφεται ως εκστρατεία κατά της Τροίας. «Όχι» λέει, «δέν παρήκμασε η πόλη μας ούτε γέρασε η πατρίδα μας, αλλά πάντα φέρει τα κάλλιστα, όπως παλιά όταν ο Θετταλός Αχιλλέας μόνος του κατατρόπωσε όλη την Ασία στο Ίλιον».
«Έώ τόν Θετταλόν εκείνον τύν πάσαν την Ασίαν σχεδόν ειπείν εν Ίλίω μονήρη τρεψάμενον... Οΰκουν έμοί νυν δοκεΐ παρακμάσαι τό πόλισμα ούδ' ώς γεγηρακυιαν τήν πατρίδα μη φέρειν τά κάλλιστα»
https://helios-eie.ekt.gr/EIE/bitstream ... _96_01.pdf
Ανάμεσα σε εκείνους που επισκέφτηκαν την Θεσσαλονίκη προκειμένου να λάβουν ανώτερη μόρφωση, απαραίτητη προϋπόθεση για να σταδιοδρομήσει κάποιος στα εκκλησιαστικά ή κρατικά αξιώματα της αυτοκρατορίας, πρέπει να ήταν και ο Λαρισαίος Γρηγόριος, μετέπειτα αρχιεπίσκοπος της πόλης του αγίου Δημητρίου . Αν και βρίσκεται μακριά από την πατρώα γη, επιφορτισμένος με το ποίμνιο του καταφέρνει να ανταλλάξει τουλάχιστον δύο επιστολές με τον συμπολίτη του Νικήτα Μάγιστρο.
Ο Νικήτας ( 870 - 946/7 ) , γεννημένος στην Λάρισα περί το 870 , αφού ανήλθε στα ύπατα αξιώματα της βυζαντινής ιεραρχίας, θα βρεθεί λίγο αργότερα, μετά τις κατηγορίες για συνωμοσία εναντίον του αυτοκράτορα, Ρωμανού Α´ Λακαπηνού, εξόριστος στην περιοχή του Ελλησπόντου. Εκεί θα συντάξει μια πλειάδα επιστολών (1) με ποικίλους αποδέκτες, υψηλόβαθμους κρατικούς αξιωματούχους και εκπροσώπους της ανώτερης εκκλησιαστικής ιεραρχίας. Σε κάποια από αυτές (αρ. 23, χειμώνας του 945/946) θα απευθυνθεί προς τον συμπατριώτη του Γρηγόριο, επιζητώντας τον παραμυθητικό λόγο του ποιμενάρχη της πόλης του αγίου Δημητρίου προκειμένου να αντεπεξέλθει στις κακουχίες της σωματικής και πνευματικής εξορίας. Στην αρχή της επιστολής ο Νικήτας θα εγκωμιάσει την κοινή τους πατρίδα, την γενιά του Γρηγορίου και την εκπαίδευσή του ( 2). Ο αποστολέας ωστόσο θα αναζητήσει τους κοινούς δεσμούς τους όχι στα χριστιανικά σύμβολα του παρόντος των δύο πόλεων, τον άγιο Δημήτριο και τον άγιο Αχίλλιο, αλλά στο ένδοξο παρελθόν. Η Λάρισα και η περιοχή της δεν σεμνύνεται για τον άγιο Αχίλλιο -στον οποίο άλλωστε δεν γίνεται ούτε μια αναφορά - αλλά για τον Αχιλλέα, τον Πάτροκλο και τα εξαιρετικά της άλογα που τόσο υμνήθηκαν στην αρχαιότητα. Η χρήση του ομηρικού (ἐριβῶλαξ, κουροτρόφος, εὔιππος, εὔβοτος, εὔδιος) και του ηροδότειου λεξιλογίου (ὁμαιμόνων) συγκροτούν το πλαίσιο των δεσμών των δύο ανδρών με την γενέθλια γη (3) . Αν και ο Νικήτας βρίσκεται, όπως και ο παραλήπτης της επιστολής του, μακριά από την Λάρισα, την οποία αποκαλεί πόλισμα, θεωρεί πως δεν παρήκμασε εξακολουθώντας να προσφέρει τὰ κάλλιστα ( 4) .
Σε μια στιγμή ειλικρίνειας, άγνωστη τις περισσότερες φορές στους βυζαντινούς λογίους, συνειδητοποιώντας πως είναι μόνος, μακριά από τα υλικά αγαθά και τις τιμές που του επιδαψίλευαν τα αξιώματα του παρελθόντος, περιστοιχισμένος πλέον από βαρβάρους και αμαθείς, ο Νικήτας σχεδόν εκλιπαρεί τον επίσκοπο να τον παρηγορεί όσο το δυνατόν πιο τακτικά με τις επιστολές του. Στηρίζει μάλιστα την παράκλησή του αυτή επικαλούμενος όχι το ότι ως κληρικός θα έπρεπε να απευθύνει τους παραμυθητικούς του λόγους στο ποίμνιό του, αλλά κυρίως στο επιχείρημα της κοινής καταγωγής (5).
(1) . Υπήρξε επίσης συγγραφέας ενός από τα πιο ενδιαφέροντα έργα της αγιολογικής παραγωγής της μεσοβυζαντινής εποχής, του Βίου της Θεοκτίστης από την Λέσβο .
( 2) Ἐδεξάμην σου τὴν ἐπιστολήν, ἐδεξάμην καὶ ἠγάπησα τὴν ἐπιείκιαν, ἐπῃνεσα τὴν πατρίδαν καὶ τὸ γένος καὶ τὴν παιδείαν καὶ τὰ μαθήματα.
(3) Καὶ πῶς γὰρ λόγοις τραφεὶς οὐκ ἔμελλες εἶναι σεμνός, τοιούτων ὁμαιμόνων τάχα λαχών, ἵνα μὴ λέγω Πέτρου τοῦ μακαρίτου, ὃν οἶδ’ ἐγώ, φύς, καὶ τῆς ἐμῆς (ὦ ἥλιε καὶ γῆ) καὶ πατρίδος Λαρίσης ὁρμώμενος˙ ἣν καὶ λογογράφοι καὶ ποηταὶ κυδαίνουσιν τάχα καὶ ῥήτορες, οὐχ ὡς «ἐριβώλακα» μόνον καὶ «κουροτρόφον» καὶ «εὔιππον» «εὔβοτόν» τε καὶ «εὔδιον» καὶ «ἀγλαὰ πάντα φέρουσαν», ἀλλὰ καὶ θεῶν ὕπο καὶ τοῦ Πυθίου «Γαίης μὲ πάσης τὸ Πελασγικὸν Ἄργος ἄμεινον» ποφηναμένων «ἵπποι τε Θεσσαλικαί». Βλ. και την επιστολή αρ. 20 (Westerink, Lettres d’un exile, 101.20–103.25), όπου ο Νικήτας θεωρεί ότι ο Βιθυνικός Όλυμπος, κέντρο μοναχισμού, υστερεί έναντι του θεσσαλικού Ολύμπου, γης των αρχαίων θεών.
(4) Οὔκουν ἐμοὶ νῦν δοκεῖ παρακμάσαι τὸ πόλισμα οὐδ’ ὡς γεγηρακυῖαν μὴ φέρειν τὰ κάλλιστα. Η αναφορά του Νικήτα απηχεί το μοτίβο της διαρκώς ανανεούμενης πόλης, που εμφανίζεται συχνά στους εγκωμιαστικούς λόγους των πόλεων.
(5) ἔδει δὲ καὶ συχνοτέροις ἡμᾶς παραμυθεῖσθαι τοῖς γράμμασι. Τοῦτο γὰρ σου τῷ βαθμῷ καὶ τῇ ἱεραρχίᾳ προνόμιον, παρακαλεῖν τοὺς ἐν θλίψεσιν· οὐ μὴν ἀλλ’ ὅτι καὶ Θετταλός ... ὅμως συμμετέχει του πάθους τῷ συμπολίτῃ συναλγεῖ τε καὶ συναφίσταται δοκῶν αὐτὸς πάσχειν ἅπερ ὁ φιλούμενος ἔπασχε.
Γεωργιος Τσιαπλες , Μυθικό Παρελθόν – Χριστιανικό Παρόν: Πρόσληψη και Προβολή των Πνευματικών Σχέσεων δύο Βυζαντινών Πόλεων. Το Παράδειγμα της Θεσσαλονίκης και της Λάρισας (9ος-14ος αι.)
