Δεν έβλεπαν την αρχαία κληρονομιά σαν καρνάβαλο. Την αρχαία θρησκεία έβλεπαν σαν καρνάβαλο. Όποιος γινόταν χριστιανός δεν έχανε την καταγωγή του. Παράδειγμα είναι η αυτοκράτειρα Ευδοκία που τόνισε στους Αντιοχείς την κοινή αθηναϊκή τους καταγωγή. Και οι Αντιοχείς και η Ευδοκία ήταν χριστιανοί πλέον , αλλά την καταγωγή τους δεν την ξέχασαν.Imperium έγραψε: 01 Ιουν 2020, 20:11 Άρα είχαν ασπασθεί πια Ρωμαϊκά ήθη, έθιμα και θρησκεία, και ο,τι είχε απομείνει απο όποια κληρονομιά Ελληνική την βλέπαν, όπως λες, για καρνάβαλο.
Για την Ευδοκία δεν ξέρω αλλά δεν νομίζω να τους πρότεινε κάποια απαίτηση που να είχε αληθινή σημασία.
Ο ΟΥΤΙΣ είχε ως υπογραφή ένα ωραίο χωρίο του Ευσέβιου Καισαρείας που περιέγραφε ακριβώς τι έπραξαν οι Έλληνες.

Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος δεν θαύμαζε μόνο την ελληνική γλώσσα αλλά και τον πολιτισμό των Ελλήνων :Imperium έγραψε: 02 Ιουν 2020, 12:57 Πού νομίζεις οτι πεδικλώθηκε (LOL) το θέμα;
O Ναζιανζηνός, σαν Καπάδοκας που ήταν φυσικό να είχε μια πιο Ανατολίτικη αντίληψη στα περι θεολογίας. Ίσως σε αυτό οφείλετο και ο ζήλος του στα της Αγιας Τριάδος κλπ. Και σαν εκκλησιαστικός θα είχε καθαρο συμφέρον στην εξίσωση της θρησκείας με το έθνος, πράγμα εξ άλλου για το οποίο εργάστηκε σκληρά και απέκτησε φήμη.
Αλλα βλέπουμε καθαρά οτι γι αυτόν το «Εθνος» αποτελείτο από κάθε εξελληνισμένο Πέρση που μίλαγε τσάτρα-πάτρα δυο λέξεις Γκρηκ. Στην οποία κατηγορία ανήκε κι ο ίδιος κατα τα φαινόμενα, απλά με λίγο παραπάνω μόρφωση. Άρα έχουμε να κάνουμε με κάποια ιδιοποίηση της ιδέας "έθνους" απο θρησκευτικούς παράγοντες που ίσως βλέπαν τον Ιουλιανό σαν απειλή. Δεν βλέπω και πολλά περισότερα στα φληναφήματα του κ. Γ. Θεολόγου.
Παραμένει όμως το θέμα του ΓΙΑΤΙ ο κάθε Γκαντάφι, Αραφατ και Χουσέιν, ουπς, εννοούσα Μένανδρος, Λύσιππος και Φλωρινιώτης της Μεσης Ανατολής θεωρούσε την παράδωση και τις δοξασίες που πρέσβευε ο Ιουλιανός ΓΤΠ, αλλά τις αμανεδίστιες ερμηνείες εκ Καππαδοκίας, Ιππώνος, Αλεξάνδρειας και άλλων μελαμψων τουριστικών προορισμών ως "Ελληνικές".
Τοιαῦτ᾿ Ἀθῆναι, καὶ πόνοι κοινοὶ λόγων,
ὁμόστεγός τε καὶ συνέστιος βίος,
Νοῦς εἷς ἐν ἀμφοῖν οὐ δύο, θαῦμ᾿ Ἑλλάδος.
( Έτσι ζούσαμε στην Αθήνα, κοπιάζοντας μαζί για μόρφωση,
κάτω απ την ίδια στέγη και στο ίδιο τραπέζι,
και μια ήταν η έγνοια μας, όχι δύο, το θαύμα της Ελλάδας. )
Έφτανε μάλιστα χάριν ρητορείας σε σημείο να ταυτίζει τον ελληνισμό με τον χριστιανισμό και να τους αντιπαραθέτει στον βαρβαρισμό :
Οὐ βάρβαρον τὸ ἐπίταγμα τῆς ἀμιμήτου σου καλοκἀγαθίας, ἀλλ' ἑλληνικόν, μᾶλλον δὲ χριστιανικόν. Ὁ δὲ Ἀρμένιος, ἐφ' ᾧ πάνυ φιλοτιμῇ, βάρβαρος ἄντικρυς καὶ πόρρωθεν τῆς ἡμετέρας φιλοτιμίας.