ΕΘΕΛΟΝΤΗΣ ΣΥΝΟΔΟΣ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ ΚΑΝΕΙ ΣΤΡΟΦΗ 180 ΜΟΙΡΩΝ ΣΤΑ ΟΣΑ ΠΙΣΤΕΥΕ ΓΙΑ ΤΟΥΣ «ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ»
Δημοσιεύτηκε: 21 Ιουν 2021, 16:25
Η Rebecca Sommer έδωσε συνεντεύξεις σε δύο πολωνικές εφημερίδες (dorzeczy και Euroislam)
Συνέντευξη με την Rebecca Sommer από την Natalia von der Osten-Sacken, 18.1.2018
Η Rebecca Sommer είναι μία Γερμανίδα και διεθνούς εμβέλειας καλλιτέχνης, διαμένει από το 2012 στο Βερολίνο, δημοσιογράφος και πολλαπλώς βραβευμένη σκηνοθέτης.

Μέχρι την επιστροφή της στη Γερμανία εν έτη 2012 κατείχε ειδική συμβουλευτική θέση στη κεντρική βάση των Ηνωμένων Εθνών ECOSOC, όπως και επίσης στη Γενεύη για τα ανθρώπινα δικαιώματα με κέντρο βάρος στα αυτόχθονα έθνη και στo διεθνές δίκαιο. Συνεργάστηκε πάνω από δεκαετία στενά με τους οργανισμούς UNHCHR και UNPFII, αλλά και με πρόσφυγες και με τον οργανισμό UNHCR. Συμμετείχε επίσης πάνω από μία δεκαετία στις διαπραγματεύσεις των Ηνωμένων Εθνών και στην δήλωση δικαιωμάτων αυτοχθόνων λαών, δήλωση η οποία έγινε με προσωπική υποστήριξη της ιδίας δεκτή από σχεδόν όλα τα έθνη. Επισκέφτηκε πολυάριθμα αυτόχθονα έθνη σε όλο τον κόσμο καθώς και παρουσίασε στα Ηνωμένα Έθνη τεκμήρια ανθρωπίνων δικαιωμάτων, οργανωμένες δράσεις καθώς και εκστρατείες, διαφώτισε για την παράβαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατά αυτοχθόνων λαών με φωτογραφικό και κινηματογραφικό υλικό καθώς και με γραπτές αναφορές. Ως γνωστή ειδικός σε θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων σκηνοθέτησε με εντολή των Ηνωμένων Εθνών την ταινία «αυτόχθονοι λαοί και τα Ηνωμένα Έθνη». Επίσης συμμετείχε μέχρι το έτος 2014 στις διαπραγματεύσεις περί κλιματικής αλλαγής UNFCCC και υπήρξε μέχρι το 2014 μέλος στην ένωση Climate Justice Now. Εργάστηκε ως συντάκτρια σε μεγάλες βρετανικές εφημερίδες όπως Scene, The Face και Spirit και σε αμερικάνικες εφημερίδες όπως Black Book και Madison. Εργάστηκε και ζούσε στην Ινδία, Μεγάλη Βρετανία, Βραζιλία, Νότια Αφρική και στις Ηνωμένες Πολιτείες. Από το έτος 2012 εργάζεται και αγωνίζεται για τα ανθρώπινα δικαιώματα των προσφύγων στην Ευρώπη και ίδρυσε και καθοδηγεί την οργάνωση Arbeitsgruppe Flucht+ Menschenrechte (oμάδα εργασίας φυγής και ανθρωπίνων δικαιωμάτων), ένα δίκτυο, το οποίο υποστηρίζει πρόσφυγες στο Βερολίνο.
Νatalia von der Osten-Sacken: Rebecca, εργαζόσουν πολλά χρόνια με πρόσφυγες και με μετανάστες, είσαι μία γνωστή ακτιβίστρια ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Χρόνια τώρα ήδη πριν το μεγάλο κύμα μεταναστών εν έτη 2015 ήσουν ως άτομο πολύ γνωστή για την πολιτική σου θέση να δέχεται η Γερμανία απεριόριστο αριθμό αυτών των ατόμων. Τι επηρέασε την αλλαγή των πεποιθήσεών σου;
Rebecca Sommer: Ποτέ δεν υποστήριζα την απεριόριστη αποδοχή των προσφύγων και των μεταναστών, διότι απλούστατα δεν γίνεται, να δεχτεί ένα κράτος απεριόριστα πρόσφυγες και μετανάστες. Είμαι ανθρωπιστής και υπερασπιστής ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Τα πρώτα χρόνια πίστευε, ότι οι άνθρωποι που έρχονται είναι πραγματικοί πρόσφυγες, ότι είναι πραγματικά πανευτυχής που είναι ασφαλείς και έτσι θα έχουν και την θέληση να προσαρμοστούν και να ενσωματωθούν. Αλλά με την πάροδο του χρόνου και αποσπασματικά αποκαλύφθηκε η πικρή αλήθεια. Οι λόγοι ήταν τόσο πολυάριθμοι, ώστε δεν μπορούσα πλέον να αποστρέψω το βλέμμα από αυτούς.
Σίγουρα το σημείο αναφοράς και αλλαγής στην πορεία των πεποιθήσεών μου και στις πεποιθήσεις πολλών υπήρξε η πρωτοχρονιά του έτους 2015 στην Κολωνία της Γερμανίας. Εκεί έπρεπε να παραδεχτώ στον εαυτό μου, ότι αυτή η συμπεριφορά ταιριάζει στην συντριπτική πλειοψηφία των μουσουλμάνων, με τους οποίος αλληλεπιδρούσα. Αυτή ήταν η στιγμή, όπου είπα στον εαυτό μου: «Rebecca, πρέπει τώρα να ενεργοποιήσεις την λαβή ασφαλείας, από την αιτία και μόνο, ότι ήμουν υπέρμαχη των δικαιωμάτων των γυναικών, και κατείχα ως γυναίκα μία συλλογική ευθύνη προς τις γυναίκες». Μέχρι τότε προσπαθούσα να δικαιολογήσω τα συνεχώς επαναλαμβανόμενα σχήματα συμπεριφοράς και σκεπτικού, την κοσμοθεωρία τους η οποία πηγάζει από την θρησκεία τους το Ισλάμ και τον πολιτισμό-κουλτούρα τους, λόγου χάρη με την δικαιολογία, ότι είναι νέοι στον πολιτισμό μας. Πίστευα μάλιστα, ότι αυτές οι μεσαιωνικές απόψεις θα αμβλυνθούν και θα αλλάξουν με τον καιρό. Εμπιστευόμουν και βασιζόμουν στα ιδανικά μας, στην ελευθερία, στην ισοτιμία των ευρωπαϊκών αξιών και ήμουν μάλιστα τόσο αφελής να πιστεύω, ότι κάθε άνθρωπος θα υιοθετούσε και θα αγκάλιαζε ενθουσιασμένος τα ιδανικά αυτά.
Αλλά δυστυχώς έγινα η ίδια μάρτυρας ως εθελόντρια, και αναγκάστηκα να παρακολουθώ επαναλαμβανόμενες συμπεριφορές για μεγάλο χρονικό διάστημα ετών, και να παραδεχτώ εν τέλει, ότι όταν αφορά σε μουσουλμάνους πρόσφυγες, έχουν μεγαλώσει με παντελώς διαφορετικές αξίες, ότι έχουν υποστεί τέτοια πλύση εγκεφάλου από την παιδική τους ηλικία και έχουν κατηχηθεί κατά τέτοιο τρόπο από το Ισλάμ, ώστε να αντιμετωπίζουν εμάς τους «απίστους» με αλαζονεία και υπεροψία. Προσωπικά το αποκαλώ «μουσουλμανική μαντίλα στο κεφάλι». Επιπρόσθετα όταν καταφθάνουν στην Γερμανία καταλήγουν πολλοί εξ αυτών στα χέρια φανατικών φονταμενταλιστών μουσουλμάνων ιμάμηδων του πολιτικού Ισλάμ, το οποίο εισάγεται από την Τουρκία, από την Σαουδική Αραβία, το Ιράν, το οποίο ενισχύει τον θρησκευτικό τους φανατισμό και τον φονταμενταλισμό τους και τους απαγορεύει να αφομοιωθούν από εμάς τους άπιστους και να υιοθετήσουν τον δικό μας τρόπο ζωής, να αποδεχτούν την δική μας κοσμοθεωρία και τις αξίες μας, την επιστήμη μας, ώστε το Γερμανικό κράτος να απολέσει παντελώς κάθε έλεγχο σε αυτές τις δυσμενείς εξελίξεις.
Ένα παράδειγμα, το οποίο με βοήθησε να «ανοίξω» τα μάτια μου συνέβη εν έτη 2016, όταν έπρεπε να μάθω την αλήθεια για μία ομάδα προσφύγων, τους οποίους επέβλεπα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Άνηκαν πλέον στον πιο στενό φιλικό μου κύκλο. Τους είχα βοηθήσει να διεκπεραιώσουν την διαδικασία ασύλου, τακτοποιούσα τις υποθέσεις τους με τις δημόσιες αρχές, φρόντιζα για την στέγασή τους, τα έπιπλά τους, τους υπολογιστές, τα ποδήλατά τους, τον ρουχισμό τους, την επαγγελματική τους εκπαίδευση, την εκμάθηση της εγχώριας γλώσσας μας, την εργασία τους, την υποτροφία τους, μάλιστα θυσίαζα αμέτρητες ώρες του προσωπικού μου χρόνου για πολλές περιπτώσεις ανθρώπων. Σε μία συγκεκριμένη στιγμή αντιλήφθηκα τελικά, ότι αυτά το άτομα έπαιζαν και υποδύονταν ένα ψεύτικο ρόλο , εφάρμοζαν πάνω μου την τακτική της εξαπάτησης που περιγράφεται στο Κοράνι στο Ισλάμ που ονομάζεται στα αραβικά «Taqiyya" (τακίγια) ή αλλιώς η τεχνική της εξαπάτησης που περιγράφεται στο Κοράνι. Με εξαπάτησαν και με απογοήτευσαν πολλαπλώς. Όμως προειδοποιήθηκα σφοδρώς από Άραβες και Κούρδους για την τεχνική αυτής της εξαπάτησης που περιγράφεται και εφαρμόζεται από το Ισλάμ. Και μάλιστα από ανθρώπους, οι οποίοι όχι μόνο έπρεπε να φύγουν από περιοχές που πλήττονται από πόλεμο, αλλά έπρεπε να φύγουν κυνηγημένοι από τους ιδίους φανατικούς μουσουλμάνους αυτού του είδους, αλλά δεν τους έδωσα δυστυχώς καμία σημασία. Και ξαφνικά ανακάλυψα, ότι αυτοί οι άνθρωποι, οι ίδιοι δηλαδή, των οποίων καθημερινώς τα προβλήματα έλυνα, με τους οποίους συντρώγαμε, γελούσαμε και χορεύαμε, δεν προσεύχονταν ούτε πήγαιναν στο τζαμί, ούτε νήστευαν για το ραμαζάνι, μάλιστα γελούσαν για τους πιο θρησκευόμενους μουσουλμάνους, πίσω από την πλάτη μου και καθήμενοι στον κήπο μου, με αποκαλούσαν μία ηλίθια γερμανίδα πόρνη.
Αυτό το γεγονός όχι μόνο με πόνεσε πάρα πολύ, διότι ειδικά για αυτούς ήμουν ο διασώστης, η φίλη, η αδελφή και μάνα, και τους εμπιστευόμουν, αλλά μου έδωσε μία επιπλέον αφορμή να επανακτήσω την λογική μου. Διότι αυτοί οι πρόσφυγες ήταν ένα ζωντανό παράδειγμα και μία ελπίδα για μία πετυχημένη ενσωμάτωση και φιλία ανάμεσα στον δυτικό τρόπο προσανατολισμένων και ντόπιων ανθρώπων και τους μουσουλμάνους Άραβες. Δεν έκανα τίποτε άλλο από να τους βοηθώ, να τους προστατεύω, να τους στηρίζω και να τους χαρίζω την ειλικρινή φιλία μου. Τους υποδέχτηκα με ανοιχτές αγκάλες στην Γερμανία και για το ευχαριστώ με προσέβαλλαν, με έβρισαν και με λέρωσαν με τα λόγια, τις σκέψεις και τις πράξεις τους.
Στο μεσοδιάστημα είχα δημιουργήσει έναν φάκελο με τα δεδομένα όλων των περιπτώσεων με τις οποίες επιφορτίστηκα και παρακολουθώ ακόμα, πλέον με πιο κριτικό πνεύμα την εξέλιξη των προσφύγων, τους οποίους συνόδευα ή ακόμα συνοδεύω, αλλά ακόμα και τους πρόσφυγες των άλλων εθελοντών. Δυστυχώς έχουν αναστείλει και άλλοι εθελοντές την εθελοντική τους εργασία λόγο παρομοίων εμπειριών. Οι νέοι εθελοντές που προστίθενται είναι πάλι τόσο αφελής, όσο αφελής υπήρξα και εγώ κάποτε. Αλλά σε αντίθεση με αυτό που προσπαθούν να μας πείσουν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, δεν προστίθενται τόσοι πολλοί νέοι εθελοντές πλέον. Είτε συμμετέχουν στον εθελοντισμό πάρα πολύ καιρό, είτε έχει θεσμοθετηθεί η βοήθεια που παράσχουν και συμβάλλουν και δεσμεύτηκαν έναντι μισθοδοσίας δηλαδή αμείβονται με χρήματα. Από αυτούς σίγουρα δεν θα μάθεις τίποτα για την απογοήτευση που βίωσαν και την θλιβερή πραγματικότητα, διότι απλά δεν τους συμφέρει.
Δημοσιογράφος: Και ποιο είναι το συμπέρασμα;
Rebecca Sommer: Πολλοί δεν εργάζονται ακόμα, μιλούν ακόμα ελάχιστα Γερμανικά, συναναστρέφονται μόνο μεταξύ τους, δεν έχουν σχεδόν καθόλου ή και καθόλου Γερμανούς φίλους. Άλλοι πάλι παρέβηκαν τον νόμο και είναι φυγόδικοι. Άλλοι πάλι έχουν ριζοσπαστικοποιηθεί (προσηλυτίστηκαν στο ακραίο Ισλάμ). Ή αντιλαμβάνεσαι αργότερα, ότι ήταν ενεργοί μαχητές της τζιχαντιστικής Αλ Νούζρα ή του Ισλαμικού Κράτους, και είναι ακόμα φανατικοί οπαδοί των τρομοκρατικών οργανώσεων αυτών. Υπάρχουν ναι μεν και εξαιρέσεις που εργάζονται, που μιλούν Γερμανικά, αλλά η νοοτροπία της Ισλαμικής μαντίλας, η υπεροψία ότι ως μουσουλμάνοι ανήκουν σε ανώτερη κάστα ανθρώπων και είναι καλύτεροι άνθρωποι από εμάς, υπερισχύει στους περισσότερους. Στο μεταξύ έχω πάψει να εργάζομαι και έχω απολέσει την όρεξή μου να εργάζομαι έστω και εθελοντικά για αυτούς τους τους ανθρώπους μουσουλμάνους, οι οποίοι έχουν εντρυφήσει στην πατριαρχία και την προάγουν σε κάθε τους έκφανση.
Τώρα αναγνωρίζω πως λειτουργούν. Συνεχίζω να διεκπεραιώνω τις υποθέσεις που είχα αρχικά αναλάβει, δέχομαι όμως μόνο καινούργιες περιπτώσεις, όπου σύμφωνα με την άποψή μου, πρόκειται πραγματικά για πρόσφυγες, οι οποίοι έχουν και αιτία να καταφύγουν στο μη θεοκρατούμενο και κοσμικό κράτος μας, όπου γυναίκας και άντρες μέσου νόμου είναι ισότιμοι, όπου καταναλώνεται χοιρινό κρέας, όπου μπορούμε μάλιστα και γυμνοί να κάνουμε ηλιοθεραπεία. Αυτή η ελευθερία είναι πολύτιμη και πολύ εύθραυστη. Αν αναλογιστείς, πόσοι άνθρωπο καταφεύγουν ξαφνικά στην Γερμανία που φορούν ισλαμική μαντίλα, και μόνο η μαζικότητα των ανθρώπων αυτών αλλοιώνει στην Γερμανία τα πάντα. Αυτό είναι από τώρα ορατό. Έχω γίνει πολύ προσεκτική και ιδιαιτέρως δύσπιστη και καχύποπτη. Θα ήταν προτιμότερο όλοι οι υπόλοιποι να εγκατασταθούν σε ένα άλλο μουσουλμανικό κράτος και να ζητήσουν άσυλο, να ψάξουν για εργασία και για μία καλύτερη ζωή, αντί να προσπαθούν να μας επιβάλλουν τις απαξιωτικές και μισογύνες, μεσαιωνικές τους αξίες και να μας βλάψουν μακροπρόθεσμα ανεπανόρθωτα.
Για αυτό το λόγο βοηθώ τώρα πρωτίστως γυναίκες και θρησκευτικές μειονότητες, οι οποίες εκδιώχθηκαν από μουσουλμανικά κράτη και έγιναν πρόσφυγες: όπως πολιτικοί πρόσφυγες, δημοσιογράφοι, πρώην μουσουλμάνους που αποποιήθηκαν την μουσουλμανική πίστη και για αυτό διώκονται στις πατρίδες τους. Και μου αρέσει να βοηθώ ιδιαιτέρως γυναίκες, . Υπάρχουν αρκετές, οι οποίες θέλουν λόγο της οικονομικής τους ασφάλειας που απολαμβάνουν πλέον να χωρίσουν από τους συζύγους τους, καθώς και εξαναγκάστηκαν να παντρευτούν και να υπηρετούν με χαμόγελο εφ΄ όρου ζωής έναν άντρα τον οποίο ποτέ δεν αγάπησαν, που εσωτερικά τον μισούν. Διότι υπάρχει πολύ ψυχολογική βία και βιασμοί σε αυτούς τους μουσουλμανικούς γάμους. Η γυναίκα δεν έχει καμία αξία ως άνθρωπος, είναι καθαρά αντικείμενο του σεξ και όχι σύντροφος, είναι σκλάβα που εργάζεται διαρκώς και μηχανή αναπαραγωγής. Αυτή είναι η ευθύνη μιας καλής μουσουλμάνας. Έτσι όπως και οι περισσότεροι μουσουλμάνοι δεν μας έχουν κανένα σεβασμό, έτσι δεν σέβονται ούτε τις γυναίκες τους. Όχι όλοι βέβαια- γνωρίζω και ζευγάρια τα οποία αποτελούν την εξαίρεση, αλλά οι περισσότεροι έχουν την περιγραφόμενη νοοτροπία. Αυτό ισχύει και για πάρα πολλούς μουσουλμάνους που έχουν πάρει την γερμανική υπηκοότητα και τις οδηγίες για την συμπεριφορά και την νοοτροπία τους τις δίνει το Ισλάμ. Για αυτό, σας προειδοποιώ προκαταβολικώς. Αρκετά είδα, αρκετά άκουσα, αρκετά βίωσα. Έχω αδιάσειστα στοιχεία πλέον.
Δημοσιογράφος: Ανέφερες την λέξη Taqiyya (Τακίγια= ισλαμικός τρόπος εξαπάτησης). Πως τον αντιλαμβάνεσαι και πως τον βίωσες αυτόν τον τρόπο;
Rebecca Sommer: Η λέξη Τακίγια δεν είναι γνωστοί στους περισσότερους Ευρωπαίους. Ακόμα και άνθρωποι που προσπαθούν να προειδοποιήσουν για αυτήν την μορφή της θρησκευτικά δικαιολογημένης μορφής εξαπάτησης, ακόμα και αν κατάγονται από το ίδιο θρησκευτικό εθνικό υπόβαθρο όπως οι περιγραφόμενοι πρόσφυγες που εφαρμόζουν την τακτική αυτή, χαρακτηρίζονται κατευθείαν ως ρατσιστές. Τακίγια σημαίνει εξαπάτηση. Σου δίνεται με αυτήν την τακτική της εξαπάτησης το ελεύθερο να εξαπατήσεις τους αλλόθρησκους ή άπιστους, αν αυτό συμβάλλει στην προστασία του Ισλάμ και των μουσουλμάνων. Υπάρχουν διαφορετικές μορφές της εξαπάτησης, αυτές η οποίες επιτρέπονται υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις όταν βρίσκεσαι σε αλληλεπίδραση με μη μουσουλμάνους, δηλαδή απίστους, όπου η πιο γνωστή μορφή της εξαπάτησης είναι η Τακίγια. Αυτές οι προϋποθέσεις είναι ως συνήθως αυτές, οι οποίες προάγουν τα συμφέροντα του Ισλάμ και των μουσουλμάνων μεμονωμένα, ο οποίος ανήκει στην παγκόσμια μουσουλμανική συλλογικότητα, την λεγόμενη Ούμα Umma (παγκόσμια μουσουλμανική κοινότητα). Λόγου χάριν με το να κερδίσουν την εμπιστοσύνη ενός απίστου με το ψέμα, το οποίο καθιστούν τον άπιστο εκτεθειμένο και αδύναμο, για να τον νικήσουν τελικά.
Η προδοσία της εμπιστοσύνη επομένως είναι προγραμματισμένη. Ένας μουσουλμάνος επιτρέπεται να ψεύδεται απέναντι σε έναν άπιστο και να τον εξαπατά, και δεν είναι ηθικά κατακριτέο, όσο ο μουσουλμάνος επωφελείται από την εξαπάτηση αυτήν, εφόσον συμβάλλει η εξαπάτηση καθ' αυτού στην αύξηση της επιρροής της Ούμα δηλ. της παγκόσμιας μουσουλμανικής κοινότητας. Ο μουσουλμάνος δεν χρειάζεται να ντρέπεται για την εξαπάτηση αυτή. Για να ωφεληθεί από έναν άπιστο, επιτρέπεται στον μουσουλμάνο να υποκρίνεται φιλία ή αγάπη και ταυτόχρονα να μην το εννοούν πραγματικά. Με τον όρο Τακίγια δηλ. εξαπάτηση με τους όρους του Κορανίου απαλλάσσεται ο μουσουλμάνος από κάθε ευθύνη απέναντι στους απίστους- και αυτή η προειδοποίηση απευθύνεται ειδικά στις γυναίκες, η οποίες διατηρούν σχέσεις με μουσουλμάνους. Αλλά ειδικά και στους πολιτικούς, οι οποίοι συνάπτουν συμβόλαια ή συμφωνίες με μουσουλμανικούς οργανισμούς, διότι κανένας όρκος, ούτε στο όνομα του Αλλάχ έχει σημασία, διότι ακυρώνεται από την εφαρμογή της Τακίγια δηλ. της εξαπάτησης, διότι ο ίδιος ο Αλλάχ φρόντισε με το Κοράνι να απαλλάξει τους μουσουλμάνους από την τήρηση των όρκων τους, εφόσον έχουν συναφθεί με απίστους ή αλλόθρησκους. Η μοναδική προϋπόθεση είναι: αυτός που εξαπατά να έχει βαθιά πίστη στο Κοράνι και στον Αλλάχ. Η τέχνη της εξαπάτησης επιτρέπει μάλιστα στο μουσουλμάνο να παριστάνει τον μη μουσουλμάνο. Επιτρέπεται να πει τα πάντα και να εξαπατά εσκεμμένα, όσο καιρό απαιτείται για να κερδίσει την εμπιστοσύνη του απίστου ή ενός κράτους που ενδεχομένως να τον φιλοξενεί. Πρέπει να αναλογιστεί κανείς πραγματικά, με τι μορφή θρησκευτικής ιδεολογίας έχουμε να κάνουμε.
Η Τακίγια προέρχεται πιστεύω από Σιιτικό Ισλάμ, χρησιμοποιείται όμως ευρέως εξίσου και από τους Σουνίτες μουσουλμάνους, αν και το αρνούνται πεισματικά και επιτρέπει μάλιστα την βρώση φαγητού «χαράμ» δηλαδή ακάθαρτου φαγητού (χοιρινού) για να προσποιηθούν, ότι είναι άθεοι. Πρέπει να είμαστε λοιπόν συνειδητοποιημένοι, ότι η απόκρυψη της αλήθειας και η χρήση του ψέματος εκ μέρους των μουσουλμάνων σε απίστους μη μουσουλμάνους δεν είναι στα ισλαμικά κράτη κατακριτέα πρακτική. Και ένας εύπιστος γερμανός εθελοντής συναντάει έναν πολιτισμό, τον οποίο δεν μπορεί να αντιληφθεί στο ελάχιστο. Ειδικά στην υποστήριξη των προσφύγων αντιλαμβάνεται κανείς μετά από ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, ότι πολλοί πρόσφυγες, όχι όλοι φυσικά, αλλά αρκετοί, υπερβολικά πολλοί χειραγωγούν με την μέθοδο της εξαπάτησης για να αποσπάσουν όσο γίνεται περισσότερη και ιδιαίτερη προσωπική βοήθεια και φροντίδα, ειδικώς αποκρύπτουν πόσο θρησκευτικά φανατισμένοι είναι στην πραγματικότητα, και πόσο αποστρέφονται το δικό μας σύστημα αξιών και την κοινωνία μας ολόκληρη.
Συνέντευξη με την Rebecca Sommer από την Natalia von der Osten-Sacken, 18.1.2018
Η Rebecca Sommer είναι μία Γερμανίδα και διεθνούς εμβέλειας καλλιτέχνης, διαμένει από το 2012 στο Βερολίνο, δημοσιογράφος και πολλαπλώς βραβευμένη σκηνοθέτης.

Μέχρι την επιστροφή της στη Γερμανία εν έτη 2012 κατείχε ειδική συμβουλευτική θέση στη κεντρική βάση των Ηνωμένων Εθνών ECOSOC, όπως και επίσης στη Γενεύη για τα ανθρώπινα δικαιώματα με κέντρο βάρος στα αυτόχθονα έθνη και στo διεθνές δίκαιο. Συνεργάστηκε πάνω από δεκαετία στενά με τους οργανισμούς UNHCHR και UNPFII, αλλά και με πρόσφυγες και με τον οργανισμό UNHCR. Συμμετείχε επίσης πάνω από μία δεκαετία στις διαπραγματεύσεις των Ηνωμένων Εθνών και στην δήλωση δικαιωμάτων αυτοχθόνων λαών, δήλωση η οποία έγινε με προσωπική υποστήριξη της ιδίας δεκτή από σχεδόν όλα τα έθνη. Επισκέφτηκε πολυάριθμα αυτόχθονα έθνη σε όλο τον κόσμο καθώς και παρουσίασε στα Ηνωμένα Έθνη τεκμήρια ανθρωπίνων δικαιωμάτων, οργανωμένες δράσεις καθώς και εκστρατείες, διαφώτισε για την παράβαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατά αυτοχθόνων λαών με φωτογραφικό και κινηματογραφικό υλικό καθώς και με γραπτές αναφορές. Ως γνωστή ειδικός σε θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων σκηνοθέτησε με εντολή των Ηνωμένων Εθνών την ταινία «αυτόχθονοι λαοί και τα Ηνωμένα Έθνη». Επίσης συμμετείχε μέχρι το έτος 2014 στις διαπραγματεύσεις περί κλιματικής αλλαγής UNFCCC και υπήρξε μέχρι το 2014 μέλος στην ένωση Climate Justice Now. Εργάστηκε ως συντάκτρια σε μεγάλες βρετανικές εφημερίδες όπως Scene, The Face και Spirit και σε αμερικάνικες εφημερίδες όπως Black Book και Madison. Εργάστηκε και ζούσε στην Ινδία, Μεγάλη Βρετανία, Βραζιλία, Νότια Αφρική και στις Ηνωμένες Πολιτείες. Από το έτος 2012 εργάζεται και αγωνίζεται για τα ανθρώπινα δικαιώματα των προσφύγων στην Ευρώπη και ίδρυσε και καθοδηγεί την οργάνωση Arbeitsgruppe Flucht+ Menschenrechte (oμάδα εργασίας φυγής και ανθρωπίνων δικαιωμάτων), ένα δίκτυο, το οποίο υποστηρίζει πρόσφυγες στο Βερολίνο.
Νatalia von der Osten-Sacken: Rebecca, εργαζόσουν πολλά χρόνια με πρόσφυγες και με μετανάστες, είσαι μία γνωστή ακτιβίστρια ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Χρόνια τώρα ήδη πριν το μεγάλο κύμα μεταναστών εν έτη 2015 ήσουν ως άτομο πολύ γνωστή για την πολιτική σου θέση να δέχεται η Γερμανία απεριόριστο αριθμό αυτών των ατόμων. Τι επηρέασε την αλλαγή των πεποιθήσεών σου;
Rebecca Sommer: Ποτέ δεν υποστήριζα την απεριόριστη αποδοχή των προσφύγων και των μεταναστών, διότι απλούστατα δεν γίνεται, να δεχτεί ένα κράτος απεριόριστα πρόσφυγες και μετανάστες. Είμαι ανθρωπιστής και υπερασπιστής ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Τα πρώτα χρόνια πίστευε, ότι οι άνθρωποι που έρχονται είναι πραγματικοί πρόσφυγες, ότι είναι πραγματικά πανευτυχής που είναι ασφαλείς και έτσι θα έχουν και την θέληση να προσαρμοστούν και να ενσωματωθούν. Αλλά με την πάροδο του χρόνου και αποσπασματικά αποκαλύφθηκε η πικρή αλήθεια. Οι λόγοι ήταν τόσο πολυάριθμοι, ώστε δεν μπορούσα πλέον να αποστρέψω το βλέμμα από αυτούς.
Σίγουρα το σημείο αναφοράς και αλλαγής στην πορεία των πεποιθήσεών μου και στις πεποιθήσεις πολλών υπήρξε η πρωτοχρονιά του έτους 2015 στην Κολωνία της Γερμανίας. Εκεί έπρεπε να παραδεχτώ στον εαυτό μου, ότι αυτή η συμπεριφορά ταιριάζει στην συντριπτική πλειοψηφία των μουσουλμάνων, με τους οποίος αλληλεπιδρούσα. Αυτή ήταν η στιγμή, όπου είπα στον εαυτό μου: «Rebecca, πρέπει τώρα να ενεργοποιήσεις την λαβή ασφαλείας, από την αιτία και μόνο, ότι ήμουν υπέρμαχη των δικαιωμάτων των γυναικών, και κατείχα ως γυναίκα μία συλλογική ευθύνη προς τις γυναίκες». Μέχρι τότε προσπαθούσα να δικαιολογήσω τα συνεχώς επαναλαμβανόμενα σχήματα συμπεριφοράς και σκεπτικού, την κοσμοθεωρία τους η οποία πηγάζει από την θρησκεία τους το Ισλάμ και τον πολιτισμό-κουλτούρα τους, λόγου χάρη με την δικαιολογία, ότι είναι νέοι στον πολιτισμό μας. Πίστευα μάλιστα, ότι αυτές οι μεσαιωνικές απόψεις θα αμβλυνθούν και θα αλλάξουν με τον καιρό. Εμπιστευόμουν και βασιζόμουν στα ιδανικά μας, στην ελευθερία, στην ισοτιμία των ευρωπαϊκών αξιών και ήμουν μάλιστα τόσο αφελής να πιστεύω, ότι κάθε άνθρωπος θα υιοθετούσε και θα αγκάλιαζε ενθουσιασμένος τα ιδανικά αυτά.
Αλλά δυστυχώς έγινα η ίδια μάρτυρας ως εθελόντρια, και αναγκάστηκα να παρακολουθώ επαναλαμβανόμενες συμπεριφορές για μεγάλο χρονικό διάστημα ετών, και να παραδεχτώ εν τέλει, ότι όταν αφορά σε μουσουλμάνους πρόσφυγες, έχουν μεγαλώσει με παντελώς διαφορετικές αξίες, ότι έχουν υποστεί τέτοια πλύση εγκεφάλου από την παιδική τους ηλικία και έχουν κατηχηθεί κατά τέτοιο τρόπο από το Ισλάμ, ώστε να αντιμετωπίζουν εμάς τους «απίστους» με αλαζονεία και υπεροψία. Προσωπικά το αποκαλώ «μουσουλμανική μαντίλα στο κεφάλι». Επιπρόσθετα όταν καταφθάνουν στην Γερμανία καταλήγουν πολλοί εξ αυτών στα χέρια φανατικών φονταμενταλιστών μουσουλμάνων ιμάμηδων του πολιτικού Ισλάμ, το οποίο εισάγεται από την Τουρκία, από την Σαουδική Αραβία, το Ιράν, το οποίο ενισχύει τον θρησκευτικό τους φανατισμό και τον φονταμενταλισμό τους και τους απαγορεύει να αφομοιωθούν από εμάς τους άπιστους και να υιοθετήσουν τον δικό μας τρόπο ζωής, να αποδεχτούν την δική μας κοσμοθεωρία και τις αξίες μας, την επιστήμη μας, ώστε το Γερμανικό κράτος να απολέσει παντελώς κάθε έλεγχο σε αυτές τις δυσμενείς εξελίξεις.
Ένα παράδειγμα, το οποίο με βοήθησε να «ανοίξω» τα μάτια μου συνέβη εν έτη 2016, όταν έπρεπε να μάθω την αλήθεια για μία ομάδα προσφύγων, τους οποίους επέβλεπα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Άνηκαν πλέον στον πιο στενό φιλικό μου κύκλο. Τους είχα βοηθήσει να διεκπεραιώσουν την διαδικασία ασύλου, τακτοποιούσα τις υποθέσεις τους με τις δημόσιες αρχές, φρόντιζα για την στέγασή τους, τα έπιπλά τους, τους υπολογιστές, τα ποδήλατά τους, τον ρουχισμό τους, την επαγγελματική τους εκπαίδευση, την εκμάθηση της εγχώριας γλώσσας μας, την εργασία τους, την υποτροφία τους, μάλιστα θυσίαζα αμέτρητες ώρες του προσωπικού μου χρόνου για πολλές περιπτώσεις ανθρώπων. Σε μία συγκεκριμένη στιγμή αντιλήφθηκα τελικά, ότι αυτά το άτομα έπαιζαν και υποδύονταν ένα ψεύτικο ρόλο , εφάρμοζαν πάνω μου την τακτική της εξαπάτησης που περιγράφεται στο Κοράνι στο Ισλάμ που ονομάζεται στα αραβικά «Taqiyya" (τακίγια) ή αλλιώς η τεχνική της εξαπάτησης που περιγράφεται στο Κοράνι. Με εξαπάτησαν και με απογοήτευσαν πολλαπλώς. Όμως προειδοποιήθηκα σφοδρώς από Άραβες και Κούρδους για την τεχνική αυτής της εξαπάτησης που περιγράφεται και εφαρμόζεται από το Ισλάμ. Και μάλιστα από ανθρώπους, οι οποίοι όχι μόνο έπρεπε να φύγουν από περιοχές που πλήττονται από πόλεμο, αλλά έπρεπε να φύγουν κυνηγημένοι από τους ιδίους φανατικούς μουσουλμάνους αυτού του είδους, αλλά δεν τους έδωσα δυστυχώς καμία σημασία. Και ξαφνικά ανακάλυψα, ότι αυτοί οι άνθρωποι, οι ίδιοι δηλαδή, των οποίων καθημερινώς τα προβλήματα έλυνα, με τους οποίους συντρώγαμε, γελούσαμε και χορεύαμε, δεν προσεύχονταν ούτε πήγαιναν στο τζαμί, ούτε νήστευαν για το ραμαζάνι, μάλιστα γελούσαν για τους πιο θρησκευόμενους μουσουλμάνους, πίσω από την πλάτη μου και καθήμενοι στον κήπο μου, με αποκαλούσαν μία ηλίθια γερμανίδα πόρνη.
Αυτό το γεγονός όχι μόνο με πόνεσε πάρα πολύ, διότι ειδικά για αυτούς ήμουν ο διασώστης, η φίλη, η αδελφή και μάνα, και τους εμπιστευόμουν, αλλά μου έδωσε μία επιπλέον αφορμή να επανακτήσω την λογική μου. Διότι αυτοί οι πρόσφυγες ήταν ένα ζωντανό παράδειγμα και μία ελπίδα για μία πετυχημένη ενσωμάτωση και φιλία ανάμεσα στον δυτικό τρόπο προσανατολισμένων και ντόπιων ανθρώπων και τους μουσουλμάνους Άραβες. Δεν έκανα τίποτε άλλο από να τους βοηθώ, να τους προστατεύω, να τους στηρίζω και να τους χαρίζω την ειλικρινή φιλία μου. Τους υποδέχτηκα με ανοιχτές αγκάλες στην Γερμανία και για το ευχαριστώ με προσέβαλλαν, με έβρισαν και με λέρωσαν με τα λόγια, τις σκέψεις και τις πράξεις τους.
Στο μεσοδιάστημα είχα δημιουργήσει έναν φάκελο με τα δεδομένα όλων των περιπτώσεων με τις οποίες επιφορτίστηκα και παρακολουθώ ακόμα, πλέον με πιο κριτικό πνεύμα την εξέλιξη των προσφύγων, τους οποίους συνόδευα ή ακόμα συνοδεύω, αλλά ακόμα και τους πρόσφυγες των άλλων εθελοντών. Δυστυχώς έχουν αναστείλει και άλλοι εθελοντές την εθελοντική τους εργασία λόγο παρομοίων εμπειριών. Οι νέοι εθελοντές που προστίθενται είναι πάλι τόσο αφελής, όσο αφελής υπήρξα και εγώ κάποτε. Αλλά σε αντίθεση με αυτό που προσπαθούν να μας πείσουν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, δεν προστίθενται τόσοι πολλοί νέοι εθελοντές πλέον. Είτε συμμετέχουν στον εθελοντισμό πάρα πολύ καιρό, είτε έχει θεσμοθετηθεί η βοήθεια που παράσχουν και συμβάλλουν και δεσμεύτηκαν έναντι μισθοδοσίας δηλαδή αμείβονται με χρήματα. Από αυτούς σίγουρα δεν θα μάθεις τίποτα για την απογοήτευση που βίωσαν και την θλιβερή πραγματικότητα, διότι απλά δεν τους συμφέρει.
Δημοσιογράφος: Και ποιο είναι το συμπέρασμα;
Rebecca Sommer: Πολλοί δεν εργάζονται ακόμα, μιλούν ακόμα ελάχιστα Γερμανικά, συναναστρέφονται μόνο μεταξύ τους, δεν έχουν σχεδόν καθόλου ή και καθόλου Γερμανούς φίλους. Άλλοι πάλι παρέβηκαν τον νόμο και είναι φυγόδικοι. Άλλοι πάλι έχουν ριζοσπαστικοποιηθεί (προσηλυτίστηκαν στο ακραίο Ισλάμ). Ή αντιλαμβάνεσαι αργότερα, ότι ήταν ενεργοί μαχητές της τζιχαντιστικής Αλ Νούζρα ή του Ισλαμικού Κράτους, και είναι ακόμα φανατικοί οπαδοί των τρομοκρατικών οργανώσεων αυτών. Υπάρχουν ναι μεν και εξαιρέσεις που εργάζονται, που μιλούν Γερμανικά, αλλά η νοοτροπία της Ισλαμικής μαντίλας, η υπεροψία ότι ως μουσουλμάνοι ανήκουν σε ανώτερη κάστα ανθρώπων και είναι καλύτεροι άνθρωποι από εμάς, υπερισχύει στους περισσότερους. Στο μεταξύ έχω πάψει να εργάζομαι και έχω απολέσει την όρεξή μου να εργάζομαι έστω και εθελοντικά για αυτούς τους τους ανθρώπους μουσουλμάνους, οι οποίοι έχουν εντρυφήσει στην πατριαρχία και την προάγουν σε κάθε τους έκφανση.
Τώρα αναγνωρίζω πως λειτουργούν. Συνεχίζω να διεκπεραιώνω τις υποθέσεις που είχα αρχικά αναλάβει, δέχομαι όμως μόνο καινούργιες περιπτώσεις, όπου σύμφωνα με την άποψή μου, πρόκειται πραγματικά για πρόσφυγες, οι οποίοι έχουν και αιτία να καταφύγουν στο μη θεοκρατούμενο και κοσμικό κράτος μας, όπου γυναίκας και άντρες μέσου νόμου είναι ισότιμοι, όπου καταναλώνεται χοιρινό κρέας, όπου μπορούμε μάλιστα και γυμνοί να κάνουμε ηλιοθεραπεία. Αυτή η ελευθερία είναι πολύτιμη και πολύ εύθραυστη. Αν αναλογιστείς, πόσοι άνθρωπο καταφεύγουν ξαφνικά στην Γερμανία που φορούν ισλαμική μαντίλα, και μόνο η μαζικότητα των ανθρώπων αυτών αλλοιώνει στην Γερμανία τα πάντα. Αυτό είναι από τώρα ορατό. Έχω γίνει πολύ προσεκτική και ιδιαιτέρως δύσπιστη και καχύποπτη. Θα ήταν προτιμότερο όλοι οι υπόλοιποι να εγκατασταθούν σε ένα άλλο μουσουλμανικό κράτος και να ζητήσουν άσυλο, να ψάξουν για εργασία και για μία καλύτερη ζωή, αντί να προσπαθούν να μας επιβάλλουν τις απαξιωτικές και μισογύνες, μεσαιωνικές τους αξίες και να μας βλάψουν μακροπρόθεσμα ανεπανόρθωτα.
Για αυτό το λόγο βοηθώ τώρα πρωτίστως γυναίκες και θρησκευτικές μειονότητες, οι οποίες εκδιώχθηκαν από μουσουλμανικά κράτη και έγιναν πρόσφυγες: όπως πολιτικοί πρόσφυγες, δημοσιογράφοι, πρώην μουσουλμάνους που αποποιήθηκαν την μουσουλμανική πίστη και για αυτό διώκονται στις πατρίδες τους. Και μου αρέσει να βοηθώ ιδιαιτέρως γυναίκες, . Υπάρχουν αρκετές, οι οποίες θέλουν λόγο της οικονομικής τους ασφάλειας που απολαμβάνουν πλέον να χωρίσουν από τους συζύγους τους, καθώς και εξαναγκάστηκαν να παντρευτούν και να υπηρετούν με χαμόγελο εφ΄ όρου ζωής έναν άντρα τον οποίο ποτέ δεν αγάπησαν, που εσωτερικά τον μισούν. Διότι υπάρχει πολύ ψυχολογική βία και βιασμοί σε αυτούς τους μουσουλμανικούς γάμους. Η γυναίκα δεν έχει καμία αξία ως άνθρωπος, είναι καθαρά αντικείμενο του σεξ και όχι σύντροφος, είναι σκλάβα που εργάζεται διαρκώς και μηχανή αναπαραγωγής. Αυτή είναι η ευθύνη μιας καλής μουσουλμάνας. Έτσι όπως και οι περισσότεροι μουσουλμάνοι δεν μας έχουν κανένα σεβασμό, έτσι δεν σέβονται ούτε τις γυναίκες τους. Όχι όλοι βέβαια- γνωρίζω και ζευγάρια τα οποία αποτελούν την εξαίρεση, αλλά οι περισσότεροι έχουν την περιγραφόμενη νοοτροπία. Αυτό ισχύει και για πάρα πολλούς μουσουλμάνους που έχουν πάρει την γερμανική υπηκοότητα και τις οδηγίες για την συμπεριφορά και την νοοτροπία τους τις δίνει το Ισλάμ. Για αυτό, σας προειδοποιώ προκαταβολικώς. Αρκετά είδα, αρκετά άκουσα, αρκετά βίωσα. Έχω αδιάσειστα στοιχεία πλέον.
Δημοσιογράφος: Ανέφερες την λέξη Taqiyya (Τακίγια= ισλαμικός τρόπος εξαπάτησης). Πως τον αντιλαμβάνεσαι και πως τον βίωσες αυτόν τον τρόπο;
Rebecca Sommer: Η λέξη Τακίγια δεν είναι γνωστοί στους περισσότερους Ευρωπαίους. Ακόμα και άνθρωποι που προσπαθούν να προειδοποιήσουν για αυτήν την μορφή της θρησκευτικά δικαιολογημένης μορφής εξαπάτησης, ακόμα και αν κατάγονται από το ίδιο θρησκευτικό εθνικό υπόβαθρο όπως οι περιγραφόμενοι πρόσφυγες που εφαρμόζουν την τακτική αυτή, χαρακτηρίζονται κατευθείαν ως ρατσιστές. Τακίγια σημαίνει εξαπάτηση. Σου δίνεται με αυτήν την τακτική της εξαπάτησης το ελεύθερο να εξαπατήσεις τους αλλόθρησκους ή άπιστους, αν αυτό συμβάλλει στην προστασία του Ισλάμ και των μουσουλμάνων. Υπάρχουν διαφορετικές μορφές της εξαπάτησης, αυτές η οποίες επιτρέπονται υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις όταν βρίσκεσαι σε αλληλεπίδραση με μη μουσουλμάνους, δηλαδή απίστους, όπου η πιο γνωστή μορφή της εξαπάτησης είναι η Τακίγια. Αυτές οι προϋποθέσεις είναι ως συνήθως αυτές, οι οποίες προάγουν τα συμφέροντα του Ισλάμ και των μουσουλμάνων μεμονωμένα, ο οποίος ανήκει στην παγκόσμια μουσουλμανική συλλογικότητα, την λεγόμενη Ούμα Umma (παγκόσμια μουσουλμανική κοινότητα). Λόγου χάριν με το να κερδίσουν την εμπιστοσύνη ενός απίστου με το ψέμα, το οποίο καθιστούν τον άπιστο εκτεθειμένο και αδύναμο, για να τον νικήσουν τελικά.
Η προδοσία της εμπιστοσύνη επομένως είναι προγραμματισμένη. Ένας μουσουλμάνος επιτρέπεται να ψεύδεται απέναντι σε έναν άπιστο και να τον εξαπατά, και δεν είναι ηθικά κατακριτέο, όσο ο μουσουλμάνος επωφελείται από την εξαπάτηση αυτήν, εφόσον συμβάλλει η εξαπάτηση καθ' αυτού στην αύξηση της επιρροής της Ούμα δηλ. της παγκόσμιας μουσουλμανικής κοινότητας. Ο μουσουλμάνος δεν χρειάζεται να ντρέπεται για την εξαπάτηση αυτή. Για να ωφεληθεί από έναν άπιστο, επιτρέπεται στον μουσουλμάνο να υποκρίνεται φιλία ή αγάπη και ταυτόχρονα να μην το εννοούν πραγματικά. Με τον όρο Τακίγια δηλ. εξαπάτηση με τους όρους του Κορανίου απαλλάσσεται ο μουσουλμάνος από κάθε ευθύνη απέναντι στους απίστους- και αυτή η προειδοποίηση απευθύνεται ειδικά στις γυναίκες, η οποίες διατηρούν σχέσεις με μουσουλμάνους. Αλλά ειδικά και στους πολιτικούς, οι οποίοι συνάπτουν συμβόλαια ή συμφωνίες με μουσουλμανικούς οργανισμούς, διότι κανένας όρκος, ούτε στο όνομα του Αλλάχ έχει σημασία, διότι ακυρώνεται από την εφαρμογή της Τακίγια δηλ. της εξαπάτησης, διότι ο ίδιος ο Αλλάχ φρόντισε με το Κοράνι να απαλλάξει τους μουσουλμάνους από την τήρηση των όρκων τους, εφόσον έχουν συναφθεί με απίστους ή αλλόθρησκους. Η μοναδική προϋπόθεση είναι: αυτός που εξαπατά να έχει βαθιά πίστη στο Κοράνι και στον Αλλάχ. Η τέχνη της εξαπάτησης επιτρέπει μάλιστα στο μουσουλμάνο να παριστάνει τον μη μουσουλμάνο. Επιτρέπεται να πει τα πάντα και να εξαπατά εσκεμμένα, όσο καιρό απαιτείται για να κερδίσει την εμπιστοσύνη του απίστου ή ενός κράτους που ενδεχομένως να τον φιλοξενεί. Πρέπει να αναλογιστεί κανείς πραγματικά, με τι μορφή θρησκευτικής ιδεολογίας έχουμε να κάνουμε.
Η Τακίγια προέρχεται πιστεύω από Σιιτικό Ισλάμ, χρησιμοποιείται όμως ευρέως εξίσου και από τους Σουνίτες μουσουλμάνους, αν και το αρνούνται πεισματικά και επιτρέπει μάλιστα την βρώση φαγητού «χαράμ» δηλαδή ακάθαρτου φαγητού (χοιρινού) για να προσποιηθούν, ότι είναι άθεοι. Πρέπει να είμαστε λοιπόν συνειδητοποιημένοι, ότι η απόκρυψη της αλήθειας και η χρήση του ψέματος εκ μέρους των μουσουλμάνων σε απίστους μη μουσουλμάνους δεν είναι στα ισλαμικά κράτη κατακριτέα πρακτική. Και ένας εύπιστος γερμανός εθελοντής συναντάει έναν πολιτισμό, τον οποίο δεν μπορεί να αντιληφθεί στο ελάχιστο. Ειδικά στην υποστήριξη των προσφύγων αντιλαμβάνεται κανείς μετά από ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, ότι πολλοί πρόσφυγες, όχι όλοι φυσικά, αλλά αρκετοί, υπερβολικά πολλοί χειραγωγούν με την μέθοδο της εξαπάτησης για να αποσπάσουν όσο γίνεται περισσότερη και ιδιαίτερη προσωπική βοήθεια και φροντίδα, ειδικώς αποκρύπτουν πόσο θρησκευτικά φανατισμένοι είναι στην πραγματικότητα, και πόσο αποστρέφονται το δικό μας σύστημα αξιών και την κοινωνία μας ολόκληρη.
