Και άλλο περιστατικό.....
Καταγγελία για τετράωρη κράτηση, βία και άλλα δύο άδικα πρόστιμα
https://athens.indymedia.org/post/1611244/
από δύο ακόμα "βρομιάρες" 11/03/2021 12:27 μμ
Στις 27/9 το βραδάκι, βρεθήκαμε στην πλατεία Βικτωρίας για μια μπίρα. Μετά από λίγο, γύρω στις 9:15, ακούστηκαν σειρήνες και άρχισαν να κάνουν γύρους στην πλατεία
δελτάδες και να τραμπουκίζουν τον κόσμο για να τον διώξουν.
Η ηρεμία που χαιρόμασταν κι εμείς έγινε κλίμα φόβου και άγχους: πολύς απ’ τον κόσμο που καθόταν στην πλατεία άρχισε να σκορπίζει προς όλες τις κατευθύνσεις, για να βρει τους δικούς του ή να φύγει, οι άστεγες και άστεγοι που έμεναν εκείνο τον καιρό εκεί άρχισαν να μαζεύουν για πολλοστή φορά όλα τα πράγματά τους.
Όλα αυτά
τελείως αδικαιολόγητα, γιατί ακόμα και με τα κρατικά μέτρα η κυκλοφορία επιτρεπόταν μέχρι τις 12, η ύπαρξή μας σε ανοιχτό χώρο ήταν νόμιμη μέχρι και 9 άτομα (και οι παρέες της πλατείας ήταν πιο μικρές) και οι μόνοι που δεν τηρούσαν τα υγειονομικά μέτρα ήταν οι αστυνομικοί.
Ένας δελτάς σταμάτησε ακριβώς μπροστά μας χωρις μάσκα για να μας φωνάξει από απόσταση εκατοστών «Φύγετε! Φύγετε!» και «Πάμε, πάμε!»
όλο αγριάδα. Τα ίδια και χειρότερα ζούσαν άλλα άτομα στην πλατεία, πολλά απ’ τα οποία ήταν μετανάστ(ρι)ες που δεν καταλάβαιναν όλες και όλοι ελληνικά.
Πλησιάσαμε μήπως μπορέσουμε να βοηθήσουμε, αλλά
οι μπάτσοι ενδιαφέρονταν μόνο να τραμπουκίσουν και να ασκήσουν βία ενώ φώναζαν σε άστεγο κόσμο όλων των ηλικιών «άντε σπίτι σας».
Ενας που ωρυόταν «φύγετε από δω, δεν είναι η χώρα σας», όταν του δώσαμε την απάντηση «ούτε δική σου είναι η χώρα» –αν και το κράτος προσπαθεί διαχρονικά να την κάνει όντως δική του– ανταπάντησε «ούτε δική τους και να φύγουν, δεν τους θέλουμε εδώ». Εκείνος που μας φώναζε στην αρχή ήταν μες στην αδρεναλίνη και άρχισε να απειλεί τους και τις άστεγες: πρώτα πέρασε με το μηχανάκι του πάνω απ' τα πράγματά τους, που μάζευαν για να φύγουν, μετά πήγε να πατήσει μια παρέα παιδιών που μέχρι λίγο πριν έπαιζαν. Πήγε ακόμα να πατήσει και τη μια από μας.
Εμείς ενώ στην αρχή π
ροσπαθήσαμε να ηρεμήσουμε την κατάσταση, ζητώντας απ’ τους μπάτσους λίγη ηρεμία κι ανθρωπιά, μετά από όλα αυτά, το μόνο που μπορούσαμε να πούμε ήταν
«ντροπή!» και «δολοφόνοι!»
Εκνευρίστηκαν και πήγαν να μας πιάσουν. Ένας άνθρωπος που μάζευε τα πράγματά του μάς βοήθησε παίρνοντάς τους με το καλό και λέγοντας ότι να, να, φεύγουμε. Εμείς πήγαμε πιο πέρα, στη γωνία, κι αρχίσαμε να περπατάμε μιλώντας γι’ αυτό που γινόταν. Όταν είχαν φύγει όλες και όλοι από την πλατεία (εκτός από τον κόσμο στις καφετέριες, που δεν τον πείραζαν και παρέμενε απαθής), οι μπάτσοι, έχοντας κάνει τη δουλειά τους,
επιτέθηκαν και σε μας.
Όρμηξαν καταπάνω μας μανιασμένοι λες και ήμασταν οι πιο επικίνδυνοι άνθρωποι στον κόσμο και μας έβαλαν βίαια χειροπέδες. Τους λέγαμε «Ήρεμα, ήρεμα», αλλά δε μας άκουγαν.
Της μιας της έδεσαν τα χέρια πίσω από την τσάντα και την έγδαραν, την άλλη την έπιασαν επίσης μαζί με την τσάντα της σε πολύ άβολη στάση. Μετά από λίγο
έσφιξαν κι άλλο τις χειροπέδες για να πονάνε περισσότερο. Μας τραβούσαν και μας έσπρωχναν από δω κι από κει. Ένας δεύτερος άνθρωπος που είδε τι γινόταν μας υπερασπίστηκε και προσπάθησε να κάνει τους μπάτσους να μας αφήσουν, χωρίς επιτυχία γιατί εκείνοι ήταν έξω φρενών.
Μας πήγαν στο α.τ. του Αγίου Παντελεήμονα. Μέσα στο χαμό της άφιξής μας, ένας μπάτσος που νόμιζε ότι δε μιλούσαμε ελληνικά είπε στους άλλους
«φέρτε το πιεστικό να πλύνουμε τις βρομιάρες». Μας έβαλαν να καθίσουμε σ’ έναν πάγκο. Για κάμποση ώρα ήταν σε έξαλλη κατάσταση και μας φώναζαν και μας απειλούσαν ανοιχτά με σωματική βία. Ένας στάθηκε μπροστά στη μία μας με όλο του τον οπλισμό και της
έδειχνε το γκλοπ του φωνάζοντας: «Ξέρεις τι είναι αυτό; Ξέρεις τι είναι αυτό;»
Άλλοι πηγαινοέρχονταν φωνάζοντάς μας στα μούτρα ότι οι μετανάστες είναι βρομεροί φορείς του κορονοϊού και «Ξέρετε ότι αυτοί που έχουν κορονοϊό είναι 80% αλλοδαποί;» (να ποιοι πιστεύουν τη ρατσιστική προπαγάνδα των μμε) και πως «Εμείς ρισκάρουμε τη ζωή μας εξαιτίας σας κι εσείς τους καλύπτετε». Στο μεταξύ, ενδεικτικά, ούτε ένας δε φορούσε μάσκα.
Ο μπάτσος που είχε προσπαθήσει να πατήσει τον κόσμο στην πλατεία ήταν πολύ οργισμένος και προσπαθούσε συνεχώς να μας τρομοκρατήσει. Εκμεταλλευόταν τη θέση εξουσίας του για να φωνάζει μέσα στα μούτρα μας παραβιαστικές ερωτήσεις για τις ζωές μας («Πόσων χρονών είναι η μάνα σου; Πόσων χρονών είναι η μάνα σου; Γιατί δε μου λες; Γιατί δε με κοιτάς; Δεν ακούς;») και να
βγάλει μίσος («Τώρα δε μιλάς, ε; Τώρα δεν έχεις τ’ αρχίδια να πεις αυτά που έλεγες πριν!», «Και είσαι κι ελληνίδα!»). Ήταν πολύ τσατισμένος που μια από μας ήταν απ’ την ελλάδα.
Άλλοι μπάτσοι συμπλήρωναν τις τακτικές εκφοβισμού απαγορεύοντάς μας να μιλάμε η μια στην άλλη, λέγοντάς μας πώς να καθόμαστε και χωρίζοντάς μας σε διαφορετικές πλευρές του δωματίου («Κάτω το πόδι!», «Μη μιλάτε!» και άλλα τέτοια). Όσο περνούσαν οι ώρες και αυτοί ηρεμούσαν, οι απειλές τους γίνονταν και λιγότερο σωματικές.
Μιλούσαν συνεχώς για κατηγορίες, υπονοώντας συνεχώς ότι μας είχαν συλλάβει αλλά χωρίς ποτέ να το πουν ξεκάθαρα, και μας πίεζαν να δεχτούμε σωματικό έλεγχο και έλεγχο στην τσάντα, απειλώντας μας με την επιπλέον κατηγορία της απείθειας αν δε συμμορφωνόμασταν. Δεν ήθελαν να μας αφήσουν ούτε με δικηγόρο να μιλήσουμε.
Δύο φορές, όταν αρνηθήκαμε να κάνουμε κάποια απ’ αυτά τα τελείως αυθαίρετα πράγματα, έδειξαν ένα κελί που μέσα ήταν μετανάστες και μας απείλησαν: «Προσέχτε, γιατί
θα σας στείλω μέσα με αυτούς, να σας γλεντήσουν».
Καθώς περνούσε η ώρα κι εμείς αρνούμασταν να συμμετάσχουμε στη βία, έχασαν το ενδιαφέρον τους. Μας άφησαν πάλι να κάτσουμε μαζί. Σε κάποια στιγμή, δύο ασφαλίτες βγήκαν από ένα γραφείο για να μας φερθούν πατρικά και να προσπαθήσουν να μας πάρουν λόγια: «Τι έγινε πριν με τα παιδιά; Σας φέρθηκαν άσχημα; Τι ήταν ο καυγάς;» – «Πες μου, δε σου παίρνω κατάθεση, δε θα τα γράψω». Σε κάποια άλλη στιγμή, ένας άλλος μπάτσος ήρθε μπροστά μας, για να μας πει, ήρεμα και δυνατά, «Μας λέγατε δολοφόνους;
Απόδειξη ότι δεν είμαστε δολοφόνοι είναι ότι είστε ζωντανές».
Μετά από
τέσσερις ώρες χάους και κακοποίησης, μας έδωσαν δυο πρόστιμα: μας είπαν ότι πρέπει να πληρώσουμε από 150 ευρώ για παραβίαση των μέτρων κατά της COVID-19. Μας έκαναν τη χάρη να μας το αιτιολογήσουν: μας είπαν ότι καθόμασταν στην πλατεία σε μια συγκέντρωση 100+ ατόμων και χωρίς μάσκα.
Τους απαντήσαμε ότι καθόμασταν σε μία άκρη, οι δυο μας, και ότι η μάσκα δεν ήταν απαραίτητη σε ανοιχτό χώρο. Μας φώναξαν κατάμουτρα (ακόμα χωρίς μάσκα), μας είπαν ψέματα και μας απείλησαν για να δεχτούμε εκείνα τα πρόστιμα και να τα υπογράψουμε, αλλά
τελικά μας άφησαν να φύγουμε χωρίς να το κάνουμε.
Μετά από μια-δυο μέρες, τηλεφωνήσαμε στο α.τ. για να μάθουμε τη διαδικασία υποβολής ενστάσεων για τα πρόστιμα. Ένας μπάτσος που ρωτήσαμε δεν ήθελε να μας την πει ακριβώς, γιατί «Δεν ξέρω» και «Αν σας απορριφθεί η ένσταση, θα λέτε ότι φταίει ο αστυνόμος που μας τα είπε λάθος, γι’ αυτό γράψτε ό,τι νομίζετε». Τελικά, στις 2/10 στείλαμε την ένστασή μας: ότι ήμασταν μόνο δύο άτομα, σε ανοιχτό χώρο, κρατώντας απόσταση, και γι’ αυτό δε φορούσαμε τις μάσκες μας.
Απ’ ό,τι φαίνεται, μια επιτροπή μπάτσων στις 4/10 την εξέτασε και αποφάσισε ότι ήμασταν, τελικά, ομάδα των 100+ (κρίνοντας από τα άρθρα που επικαλούνται) και ότι τα πρόστιμα που μας έβαλαν δικαιολογούνται. Μας ανακοίνωσαν την απόφασή τους στις 15/2: «αποφασίζουν την απόρριψη των αντιρρήσεών μας ως αβάσιμων και επικυρώνουν το επιβληθέν πρόστιμο», όπως όλοι οι γραφειοκράτες, που κρύβουν τις πράξεις, τις παραλείψεις ή τις παραβάσεις τους πίσω απ’ τη δουλειά τους.
Δεν είναι κάτι καινούριο. Οι μπάτσοι (όπως το κράτος που εκπροσωπούν) λειτουργούν με όρους δύναμης κι επιβολής, όχι λογικής και ανθρωπιάς. Τα μέτρα (ακόμα κι αν είναι δουλειά του κράτους να τα επιβάλλει) είναι πολιτικά – γιατί έτσι επιβάλλονται και έτσι χρησιμοποιούνται, σαν θέσφατο και σαν εξαναγκασμός, απαιτώντας άγνοια, υποταγή και πίστη. Κι όσο υπάρχουν άτομα σε θέση τέτοιας εξουσίας και αυτή την εξουσία δεν την αμφισβητούμε και δεν την ελέγχουμε, θα
ζούμε μέσα στη βία και τον τρόμο.
Οι μπάτσοι δεν προστατεύουν: απειλούν και καταστέλλουν. Η γραφειοκρατία δεν εξασφαλίζει την οργάνωση, αλλά την αυθαιρεσία.
Άμεση ακύρωση όλων των προστίμων
Δύο απ’ τις πολλές «βρομιάρες»